Χωρίς σταθερές δουλειές, προσιτή κατοικία, σχολεία, υγεία και ουσιαστική ανάπτυξη της περιφέρειας, κανένα επίδομα δεν μπορεί να ανατρέψει τη δημογραφική κατάρρευση.
Γράφει ο δημοσιογράφος Γιώργος Καραχρήστος
Το δημογραφικό πρόβλημα δεν είναι μια απειλή που αφορά το μακρινό μέλλον. Είναι ήδη εδώ. Αποτυπώνεται στα σχολεία που έχουν όλο και λιγότερους μαθητές, στα χωριά που αδειάζουν, στις οικογένειες που αναβάλλουν την απόκτηση παιδιού και στις επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Το 2010 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 114.766 γεννήσεις. Το 2024 περιορίστηκαν στις 68.467, ενώ τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 καταγράφουν νέα μείωση, στις 65.594 γεννήσεις. Μέσα σε δεκαπέντε χρόνια χάθηκαν σχεδόν 50.000 γεννήσεις ετησίως.
Η τάξη μεγέθους, επομένως, είναι αυτή που προκαλεί τον μεγαλύτερο προβληματισμό: από περισσότερες από 110.000 γεννήσεις φτάσαμε κοντά στις 60.000. Και εάν η πορεία δεν ανακοπεί, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στον αριθμό των κατοίκων. Θα επηρεάσουν την οικονομία, το ασφαλιστικό σύστημα, την αγορά εργασίας, την εθνική άμυνα, την εκπαίδευση, την υγεία και την ίδια τη δυνατότητα της περιφέρειας να παραμείνει ζωντανή.
Η μείωση συνεχίζεται
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι γεννήσεις το 2024 μειώθηκαν κατά 4,2% σε σχέση με το 2023. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 126.916 θάνατοι, σχεδόν διπλάσιοι από τις γεννήσεις.
Τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι η πτώση δεν σταμάτησε. Οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά ακόμη 4,2%, από 68.467 το 2024 σε 65.594 το 2025. Οι 2.873 λιγότερες γεννήσεις μέσα σε έναν χρόνο δεν αποτελούν μια μικρή στατιστική διακύμανση. Επιβεβαιώνουν μια σταθερή και βαθιά δημογραφική υποχώρηση.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η γεωγραφική διάσταση. Το 2025 οι γεννήσεις μειώθηκαν στις 12 από τις 13 Περιφέρειες της χώρας. Η μοναδική Περιφέρεια που εμφάνισε αύξηση ήταν η Κρήτη, κατά 129 γεννήσεις. Στην Ήπειρο η μείωση έφτασε το 10,8%, στην Πελοπόννησο το 8,2%, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη το 5,4%, στη Θεσσαλία το 5,3% και στη Στερεά Ελλάδα το 3,5%.
Η Eurostat προβλέπει ότι έως το 2050 περισσότερες από οκτώ στις δέκα ελληνικές περιφερειακές ενότητες ενδέχεται να έχουν μικρότερο πληθυσμό από ό,τι το 2025. Πρόκειται για προβολή και όχι για βεβαιότητα, αλλά δείχνει καθαρά την κατεύθυνση στην οποία οδηγούν οι σημερινές τάσεις.
Γιατί οι νέοι αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας
Η υπογεννητικότητα δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας μοναδικής αιτίας. Είναι το αποτέλεσμα πολλών ανασφαλειών που συσσωρεύονται στη ζωή των νέων ανθρώπων.
Η ασταθής εργασία, οι χαμηλοί μισθοί, το υψηλό κόστος στέγασης, τα ακριβά ενοίκια, η δυσκολία εύρεσης βρεφονηπιακού σταθμού και η ανεπαρκής στήριξη της εργαζόμενης μητέρας δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η απόκτηση παιδιού μετατρέπεται σε οικονομικό και επαγγελματικό ρίσκο.
Σε πολλές περιοχές της περιφέρειας το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Μπορεί το κόστος κατοικίας να είναι χαμηλότερο, αλλά απουσιάζουν σταθερές δουλειές, υπηρεσίες υγείας, σύγχρονα σχολεία, παιδικοί σταθμοί, συγκοινωνίες και ψηφιακές υποδομές. Ένα νέο ζευγάρι δεν θα παραμείνει σε ένα χωριό μόνο επειδή θα λάβει ένα επίδομα. Χρειάζεται να γνωρίζει ότι θα μπορεί να εργάζεται, ότι το παιδί του θα έχει σχολείο και γιατρό και ότι η οικογένεια δεν θα είναι αποκλεισμένη από βασικές υπηρεσίες.
Η υπογεννητικότητα, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται μόνο στο μαιευτήριο. Αρχίζει από την εργασία, την κατοικία και την ποιότητα ζωής.
Η επιδοματική πολιτική δεν λύνει το πρόβλημα
Τα επιδόματα γέννησης και οι οικονομικές ενισχύσεις είναι χρήσιμα. Μπορούν να καλύψουν ένα μέρος των πρώτων εξόδων και να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν από μόνα τους δημογραφική πολιτική.
Ένα εφάπαξ ποσό δεν εξασφαλίζει σταθερή εργασία για τους γονείς. Δεν καλύπτει το αυξανόμενο κόστος ανατροφής ενός παιδιού για δεκαοκτώ χρόνια. Δεν δημιουργεί παιδικούς σταθμούς, δεν μειώνει το ενοίκιο και δεν ανοίγει σχολεία ή κέντρα υγείας στις απομακρυσμένες περιοχές.
Όταν μια οικογένεια δεν γνωρίζει αν θα έχει εισόδημα τον επόμενο χρόνο, όταν το ενοίκιο απορροφά μεγάλο μέρος του μισθού και όταν η μητέρα φοβάται ότι θα βρεθεί εκτός αγοράς εργασίας, κανένα πρόσκαιρο επίδομα δεν αρκεί για να αλλάξει την απόφαση.
Η επιδοματική πολιτική αντιμετωπίζει ένα μικρό μέρος του κόστους. Το δημογραφικό, όμως, απαιτεί πολιτική ασφάλειας και προοπτικής.
Η περιφέρεια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή
Η δημογραφική κρίση δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα. Διαφορετικές είναι οι ανάγκες ενός ακριτικού νησιού, διαφορετικές ενός ορεινού χωριού, μιας αγροτικής περιοχής ή μιας μεγάλης πόλης όπου οι νέοι αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος κατοικίας.
Για αυτό απαιτείται ιδιαίτερη αντιμετώπιση κάθε Περιφέρειας, με βάση τα δικά της δημογραφικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί το ίδιο πακέτο μέτρων στην Αττική, στην Ήπειρο, στη Δυτική Μακεδονία, στη Στερεά Ελλάδα και στο Βόρειο Αιγαίο.
Κάθε Περιφέρεια πρέπει να αποκτήσει δεσμευτικό δημογραφικό σχέδιο με συγκεκριμένους στόχους: πόσους νέους θέλει να συγκρατήσει, ποιες θέσεις εργασίας χρειάζεται να δημιουργήσει, ποια σχολεία και δομές υγείας πρέπει να διατηρήσει και ποια κίνητρα θα δώσει για την εγκατάσταση οικογενειών.
Η εφαρμογή των σχεδίων αυτών πρέπει να αξιολογείται κάθε χρόνο. Όχι με γενικές ανακοινώσεις, αλλά με μετρήσιμα αποτελέσματα για τις γεννήσεις, την απασχόληση, τη σχολική φοίτηση, τη μετανάστευση των νέων και την πρόσβαση στις υπηρεσίες.
Εργασία και πραγματική ανάπτυξη
Το πρώτο και σημαντικότερο μέτρο είναι η δημιουργία σταθερών και αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Χωρίς παραγωγική ανάπτυξη στην περιφέρεια, οι νέοι θα εξακολουθήσουν να μετακινούνται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό.
Η αγροτική παραγωγή, η μεταποίηση, η ενέργεια, ο τουρισμός, η τεχνολογία και η τοπική επιχειρηματικότητα μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, εφόσον υπάρχει μακροχρόνιο σχέδιο και όχι αποσπασματικές επιδοτήσεις.
Χρειάζονται φορολογικά κίνητρα για επιχειρήσεις που εγκαθίστανται σε περιοχές με δημογραφική υποχώρηση και δημιουργούν μόνιμες θέσεις εργασίας. Χρειάζεται στήριξη των νέων επαγγελματιών, των αγροτών, των κτηνοτρόφων και των μικρών μεταποιητικών μονάδων.
Παράλληλα, η τηλεργασία μπορεί να αποτελέσει εργαλείο επιστροφής νέων ανθρώπων στην περιφέρεια, αλλά μόνο όπου υπάρχουν γρήγορο διαδίκτυο, κατάλληλοι χώροι εργασίας και αξιόπιστες δημόσιες υπηρεσίες.
Κατοικία για νέες οικογένειες
Η στεγαστική κρίση έχει πλέον άμεση δημογραφική διάσταση. Όταν ένα νέο ζευγάρι δεν μπορεί να νοικιάσει ή να αγοράσει κατοικία, αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας.
Απαιτείται πρόγραμμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, με αξιοποίηση κλειστών δημόσιων κτιρίων, εγκαταλειμμένων κατοικιών και δημοτικής περιουσίας. Σε περιοχές που χάνουν πληθυσμό μπορούν να δοθούν κατοικίες με χαμηλό μίσθωμα σε νέες οικογένειες, εκπαιδευτικούς, γιατρούς και εργαζομένους που επιθυμούν να εγκατασταθούν μόνιμα.
Χρειάζονται επίσης φορολογικά κίνητρα για την ανακαίνιση κλειστών κατοικιών, με την προϋπόθεση ότι θα διατίθενται σε μόνιμους κατοίκους και όχι μόνο σε βραχυχρόνια μίσθωση.
Σχολεία, παιδικοί σταθμοί και υγεία
Καμία οικογένεια δεν μπορεί να παραμείνει σε έναν τόπο χωρίς σχολείο και ασφαλή πρόσβαση στην υγεία. Το κλείσιμο μιας σχολικής μονάδας δεν είναι μια απλή διοικητική απόφαση. Συχνά αποτελεί την αρχή της οριστικής εγκατάλειψης ενός χωριού.
Απαιτούνται δωρεάν βρεφονηπιακοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία, σχολική μεταφορά και ειδικά κίνητρα για εκπαιδευτικούς που υπηρετούν σε νησιωτικές, ορεινές και ακριτικές περιοχές.
Αντίστοιχα, χρειάζεται ενίσχυση των κέντρων υγείας, παρουσία παιδιάτρων και γυναικολόγων, κινητές μονάδες και αποτελεσματική τηλεϊατρική. Μια έγκυος γυναίκα δεν μπορεί να αισθάνεται ότι κινδυνεύει επειδή κατοικεί μακριά από ένα μεγάλο νοσοκομείο.
Ουσιαστική προστασία της μητρότητας και της πατρότητας
Η απόκτηση παιδιού δεν πρέπει να τιμωρεί επαγγελματικά τη γυναίκα. Χρειάζεται αυστηρός έλεγχος των απολύσεων, πραγματική εφαρμογή των αδειών μητρότητας και πατρότητας και δυνατότητα ευέλικτης εργασίας χωρίς απώλεια μισθού ή επαγγελματικής εξέλιξης.
Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν ουσιαστικές πολιτικές στήριξης της οικογένειας μπορούν να επιβραβεύονται με συγκεκριμένα κίνητρα. Παράλληλα, το κράτος οφείλει να καλύπτει ένα μέρος του κόστους αναπλήρωσης εργαζομένων κατά τη διάρκεια των γονικών αδειών, ιδιαίτερα στις μικρές επιχειρήσεις.
Το παιδί δεν είναι ατομική οικονομική επιλογή που αφορά αποκλειστικά τους γονείς. Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.
Χρειάζεται πολιτική απόφαση τώρα
Η αντιμετώπιση του δημογραφικού απαιτεί συνέχεια δεκαετιών. Δεν μπορεί να αλλάζει με κάθε κυβέρνηση ή να εξαντλείται σε εξαγγελίες πριν από εκλογές. Χρειάζεται εθνική συμφωνία, σταθερή χρηματοδότηση και ένας ανεξάρτητος μηχανισμός που θα παρακολουθεί την εφαρμογή των μέτρων.
Πρέπει να θεσπιστεί δημογραφικός έλεγχος κάθε σημαντικής δημόσιας πολιτικής. Κάθε απόφαση για σχολεία, νοσοκομεία, μεταφορές, στέγαση, φορολογία και περιφερειακή ανάπτυξη πρέπει να αξιολογείται και ως προς τις επιπτώσεις της στον πληθυσμό.
Η χώρα δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να περιμένει. Τα παιδιά που δεν γεννιούνται σήμερα δεν μπορούν να «αναπληρωθούν» με μια μελλοντική οικονομική παροχή. Οι νέοι που εγκαταλείπουν την περιφέρεια δύσκολα επιστρέφουν όταν δεν υπάρχει εργασία, σπίτι, σχολείο και ασφάλεια.
Το δημογραφικό δεν θα λυθεί με ένα ακόμη επίδομα. Θα αντιμετωπιστεί μόνο όταν η Ελλάδα γίνει ξανά χώρα στην οποία ένας νέος άνθρωπος μπορεί να εργαστεί, να κατοικήσει, να δημιουργήσει οικογένεια και να μεγαλώσει τα παιδιά του με αξιοπρέπεια.
Γιατί πίσω από κάθε σχολείο που κλείνει, κάθε χωριό που αδειάζει και κάθε νέα οικογένεια που αναβάλλει το πρώτο ή το δεύτερο παιδί, δεν βρίσκεται απλώς ένας αριθμός. Βρίσκεται το μέλλον της χώρας.










