Η πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στις εισηγήσεις των λογιστηρίων – Όταν ένα κοινωνικό πρόβλημα γίνεται πραγματική προτεραιότητα, τίθεται ο στόχος και αναζητούνται τα μέσα
Άρθρο του Γιώργου Καραχρήστου
Στην πολιτική ακούμε συχνά την ίδια απάντηση: «Δεν υπάρχουν χρήματα». Τα κρατικά λογιστήρια παρουσιάζουν αριθμούς, τα υπουργεία επικαλούνται δημοσιονομικούς περιορισμούς και οι κυβερνήσεις μεταθέτουν τις αποφάσεις για αργότερα. Στο μεταξύ, όμως, τα προβλήματα μεγαλώνουν και οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν το κόστος της αδράνειας.
Η πραγματική πολιτική δεν αρχίζει και τελειώνει σε ένα λογιστικό φύλλο. Οι οικονομικές υπηρεσίες έχουν την ευθύνη να υπολογίζουν το κόστος, να επισημαίνουν τους κινδύνους και να προτείνουν τρόπους χρηματοδότησης. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαθιστούν την πολιτική απόφαση. Όταν μια κυβέρνηση θέλει πραγματικά να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, το θέτει ως προτεραιότητα, καταρτίζει σχέδιο, βρίσκει πόρους και αναλαμβάνει την ευθύνη της επιλογής της.
Το παράδειγμα του Βερολίνου και του γερμανικού κόμματος Die Linke είναι χαρακτηριστικό. Με επίκεντρο τη στεγαστική κρίση και τις μεγάλες αυξήσεις των ενοικίων, το κόμμα έθεσε στην κορυφή της πολιτικής του ατζέντας την κοινωνικοποίηση των κατοικιών που βρίσκονται στην κατοχή μεγάλων κερδοσκοπικών ομίλων ακινήτων.
Δεν αρκέστηκε σε γενικές διακηρύξεις ούτε περιορίστηκε σε επιδόματα που απλώς περιορίζουν προσωρινά τις συνέπειες του προβλήματος. Πρότεινε μια βαθιά παρέμβαση στην αγορά κατοικίας: τη μεταφορά περίπου 220.000 διαμερισμάτων υπό δημόσιο έλεγχο, ώστε να προστατευθούν οι ενοικιαστές και να περιοριστεί η κερδοσκοπία. Η πρόταση συνοδεύεται από σημαντικές νομικές και οικονομικές δυσκολίες, ενώ το κόστος της έχει υπολογιστεί από τους επικριτές της σε περίπου 20 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το κόμμα δεν εγκατέλειψε τον στόχο επειδή χαρακτηρίστηκε ακριβός ή δύσκολος. Τον μετέτρεψε σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Η πρόταση δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Στο δημοψήφισμα του 2021, το 57,6% όσων συμμετείχαν ψήφισε υπέρ της εκπόνησης νομοθεσίας για την κοινωνικοποίηση των κατοικιών μεγάλων εταιρειών ακινήτων. Ήταν μια σαφής εντολή από την κοινωνία, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί.
Το Die Linke επανέφερε αυτή την εντολή στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Με επίσημη απόφαση της ηγεσίας του τον Ιούλιο του 2026, τάχθηκε υπέρ της μεταφοράς μεγάλων ομίλων, όπως η Vonovia και η LEG, σε κοινωνική ιδιοκτησία, επικαλούμενο το άρθρο 15 του γερμανικού Συντάγματος.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τη συγκεκριμένη πρόταση. Μπορεί να θεωρεί ότι η κρατικοποίηση δεν δημιουργεί νέες κατοικίες ή ότι το κόστος των αποζημιώσεων θα επιβαρύνει υπερβολικά τον προϋπολογισμό. Αυτή είναι μια απολύτως θεμιτή πολιτική συζήτηση.
Το ουσιαστικό δίδαγμα, όμως, βρίσκεται αλλού: όταν ένα κόμμα θεωρεί τη στέγη θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, δεν αποδέχεται μοιρολατρικά ότι «η αγορά θα λύσει το πρόβλημα». Θέτει συγκεκριμένο στόχο, αναζητά νομικές δυνατότητες, συγκρούεται με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και ζητά από την κοινωνία καθαρή εντολή.
Αυτό ακριβώς λείπει πολλές φορές από την πολιτική: η αποφασιστικότητα να προηγείται ο κοινωνικός στόχος και να ακολουθεί η αναζήτηση των κατάλληλων μέσων.
Ασφαλώς, πολιτική βούληση δεν σημαίνει λευκή επιταγή ούτε αδιαφορία για τα δημόσια οικονομικά. Κάθε μεγάλη παρέμβαση οφείλει να είναι νόμιμη, κοστολογημένη, βιώσιμη και διαφανής. Άλλο, όμως, ο σοβαρός οικονομικός σχεδιασμός και άλλο η επίκληση του κόστους ως μόνιμη δικαιολογία για να μη γίνεται τίποτα.
Για εξοπλισμούς, διασώσεις επιχειρήσεων, μεγάλες διοργανώσεις ή έργα υψηλής πολιτικής προβολής, τα κονδύλια συχνά βρίσκονται. Για τη στέγη, την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική προστασία, ξαφνικά εμφανίζονται αξεπέραστα δημοσιονομικά εμπόδια. Αυτή η αντίφαση αποδεικνύει ότι το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν υπάρχουν χρήματα. Είναι κυρίως πού επιλέγει η πολιτική εξουσία να τα διαθέσει.
Η πολιτική κρίνεται από τις προτεραιότητές της. Όταν θέλει πραγματικά να λύσει ένα πρόβλημα, δεν ρωτά απλώς το κρατικό λογιστήριο εάν «επιτρέπεται». Θέτει τον στόχο, εξετάζει τα δεδομένα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να τον πετύχει.
Γιατί τελικά, πίσω από κάθε προϋπολογισμό βρίσκεται μια πολιτική επιλογή. Και πίσω από κάθε «δεν γίνεται» κρύβεται πολύ συχνά ένα απλό: «δεν το επιλέγουμε».










