Η κυβέρνηση προχώρησε στην ψήφιση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποκλειστικά με τις ψήφους της κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας, παρά την καθολική αντίθεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών. Πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που αλλάζει τον χαρακτήρα της λαϊκής ετυμηγορίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Η κατάργηση της δεύτερης Κυριακής και η εισαγωγή της συμπληρωματικής (εναλλακτικής) ψήφου αποτελούν τη σημαντικότερη μεταβολή του εκλογικού συστήματος των τελευταίων δεκαετιών. Μέχρι σήμερα, όταν κανένας συνδυασμός δεν εξασφάλιζε την απόλυτη πλειοψηφία στον πρώτο γύρο, οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στους δύο επικρατέστερους υποψηφίους σε μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση. Η διαδικασία αυτή παρείχε αυξημένη πολιτική νομιμοποίηση στον τελικό νικητή και έδινε χρόνο για δημόσιο διάλογο και νέες πολιτικές συγκλίσεις.
Με το νέο σύστημα, ο δεύτερος γύρος καταργείται. Αντί γι’ αυτό, οι πολίτες καλούνται από την πρώτη Κυριακή να δηλώσουν και δεύτερη προτίμηση. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έτσι μειώνεται το κόστος των εκλογών, αυξάνεται η συμμετοχή και ενισχύεται η συνεργασία μεταξύ των παρατάξεων.
Ωστόσο, η αντιπολίτευση εκφράζει έντονες αντιρρήσεις. Τα κόμματα που καταψήφισαν τον νόμο κάνουν λόγο για ένα «αντιδημοκρατικό» και «καλπονοθευτικό» σύστημα, υποστηρίζοντας ότι αλλοιώνει την άμεση έκφραση της λαϊκής βούλησης και περιορίζει τη δυνατότητα των πολιτών να επαναξιολογήσουν την επιλογή τους μεταξύ δύο υποψηφίων στον δεύτερο γύρο.
Πέρα όμως από τη θεσμική συζήτηση, τίθεται ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα. Οι εκλογικοί νόμοι δεν είναι ουδέτεροι. Καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μετατρέπεται η ψήφος των πολιτών σε πολιτική εξουσία. Για τον λόγο αυτό απαιτούν τη μέγιστη δυνατή συναίνεση και όχι μονομερείς αποφάσεις που λαμβάνονται αποκλειστικά από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί τον θεσμό που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη. Η αξιοπιστία της εξαρτάται από τη διαφάνεια των διαδικασιών και από την εμπιστοσύνη ότι κάθε ψήφος αποτυπώνεται με τρόπο δίκαιο και ισότιμο. Όταν μεγάλα τμήματα του πολιτικού κόσμου θεωρούν ότι οι αλλαγές αποδυναμώνουν αυτή την αρχή, η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή κομματική αντιπαράθεση.
Στον Δήμο μας, όπως και σε κάθε δήμο της χώρας, η ανάγκη για ευρύτερη δημοκρατική συσπείρωση είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ. Ανεξάρτητα από κομματικές αφετηρίες, όσοι πιστεύουν στην ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, στη διαφάνεια και στην ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση των αιρετών οργάνων οφείλουν να υπερασπιστούν αυτές τις αρχές με ενότητα και δημόσιο διάλογο.
Η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Ενισχύεται όταν οι θεσμοί λειτουργούν με ευρεία κοινωνική αποδοχή, όταν οι εκλογικοί κανόνες υπηρετούν την ισότητα της ψήφου και όταν οι αλλαγές πραγματοποιούνται μέσα από συναινέσεις και όχι μονομερείς αποφάσεις.
Η συζήτηση για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν αφορά μόνο τις επόμενες δημοτικές εκλογές. Αφορά το μοντέλο δημοκρατίας που θέλουμε για τις τοπικές κοινωνίες και τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες θα συνεχίσουν να εκφράζουν ελεύθερα και ισότιμα τη βούλησή τους.
Η δημοκρατία μπορεί να αποκαταστήσει τις δημοκρατικές τομές
Κανένας εκλογικός νόμος δεν είναι αμετάβλητος. Όπως θεσπίζεται από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έτσι μπορεί να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί από μια επόμενη κυβέρνηση που θα διαθέτει τη λαϊκή εντολή να το πράξει.
Για όσους θεωρούν ότι ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποδυναμώνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση των δημοτικών και περιφερειακών αρχών, η πολιτική απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η δημοκρατική διεκδίκηση της αλλαγής του. Μια προοδευτική κυβέρνηση, εφόσον λάβει την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού και εξασφαλίσει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα μπορούσε να επανεξετάσει το ισχύον εκλογικό σύστημα και να επαναφέρει ένα πλαίσιο που, κατά την κρίση της, θα υπηρετεί καλύτερα την ισότητα της ψήφου, την ευρύτερη λαϊκή νομιμοποίηση και την αντιπροσωπευτικότητα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Μέχρι τότε, η ευθύνη των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων είναι να διατηρήσουν ανοικτό τον δημόσιο διάλογο, να ενημερώσουν τους πολίτες για τις συνέπειες των αλλαγών και να οικοδομήσουν τις ευρύτερες δυνατές κοινωνικές και πολιτικές συγκλίσεις. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν αποτελεί υπόθεση ενός μόνο κόμματος· είναι υπόθεση όλων των πολιτών που πιστεύουν ότι οι κανόνες των εκλογών πρέπει να ενώνουν την κοινωνία και να απολαμβάνουν τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση.
Η ισχυρή, δημοκρατική και προοδευτική Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί θεμέλιο μιας σύγχρονης δημοκρατίας. Και γι’ αυτό η διεκδίκηση ενός εκλογικού συστήματος που θα εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή λαϊκή νομιμοποίηση παραμένει μια πολιτική επιλογή που θα κριθεί, τελικά, από τους ίδιους τους πολίτες.










